Θετικές παραμένουν οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας παρά τους ισχυρούς κλυδωνισμούς και την αυξημένη αβεβαιότητα εκτίμησε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος μιλώντας χθες στο Επίσημο Δείπνο στο πλαίσιο της ‘Ατυπης Συνεδρίασης της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής της ΕΕ στην Αθήνα
Παράλληλα ο ίδιος έστειλε μήνυμα για συνέχιση των μεταρρυθμίσεων. Όπως ανέφερε , δεν πρέπει να υπαναχωρήσουμε στις μεταρρυθμίσεις που αποδείχθηκαν αποτελεσματικές κατά τις προηγούμενες περιόδους αναταραχής.
Το εποπτικό και κανονιστικό μας πλαίσιο έχει ενισχύσει σημαντικά την ανθεκτικότητα του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος και δεν θα πρέπει να υπονομευθεί – θα πρέπει όμως να εφαρμόζεται με επαρκή ευελιξία ώστε να αυξηθεί η εποπτική αποτελεσματικότητα. «Ταυτόχρονα, πρέπει να επιταχύνουμε τις πρωτοβουλίες που μέχρι στιγμής φανήκαμε απρόθυμοι να υλοποιήσουμε πλήρως – κυρίως την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και τη θέσπιση ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων. Παράλληλα, πρέπει να προχωρήσουμε με ταχείς ρυθμούς στην Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, προκειμένου να προωθήσουμε τη βαθύτερη ολοκλήρωση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, να στηρίξουμε τις διασυνοριακές τραπεζικές, επενδυτικές και ασφαλιστικές υπηρεσίες και, τελικά, να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της Ευρώπης» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τέλος, ο Στουρνάρας υπενθύμισε στους συνδαιτυμόνες του ότι έχει διατελέσει τακτικό μέλος της προκατόχου της, της Νομισματικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπώντας το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών από το 1994 έως το 2000.
Γιάννης Στουρνάρας:
Η συμβολή της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής στην ανάπτυξη της ζώνης του ευρώ και μελλοντικές προκλήσεις
Με χαρά σας καλωσορίζω απόψε στο επίσημο δείπνο που διοργανώνει η Τράπεζα της Ελλάδος σε αυτό το όμορφο σημείο, πολύ κοντά στο νησί της Σαλαμίνας, όπου το 480 π.Χ. οι αρχαίοι Έλληνες νίκησαν τους Πέρσες σε μία από τις πιο καθοριστικές ναυμαχίες της ιστορίας, η οποία, σύμφωνα με τους ιστορικούς, κατέστησε δυνατή, και καθόρισε σε μεγάλο βαθμό, την ανάπτυξη του δυτικού πολιτισμού όπως τον γνωρίζουμε σήμερα. Εδώ που βρισκόμαστε τώρα, με αυτή τη θέα, μπορούμε ίσως να εκτιμήσουμε ακόμα καλύτερα πόσο περιορίζει η σημερινή σύρραξη κάτι που εμείς οι Έλληνες πάντα θεωρούσαμε αυτονόητο: το δικαίωμα της ελευθεροπλοΐας.
Χαίρομαι ιδιαίτερα που απευθύνομαι στα μέλη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής. Έχω διατελέσει τακτικό μέλος της προκατόχου της, της Νομισματικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπώντας το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών από το 1994 έως το 2000. Και ενώ τα ζητήματα που αντιμετωπίζαμε εκείνη την περίοδο ήταν ίσως κάπως διαφορετικά, ο βασικός στόχος ήταν πολύ παρόμοιος με αυτόν που επιδιώκετε σήμερα: η προώθηση του συντονισμού των πολιτικών μεταξύ των κρατών-μελών προκειμένου να διευκολυνθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, στην υπηρεσία του ευρωπαϊκού ιδεώδους και προς όφελος των Ευρωπαίων πολιτών.
Είμαι υπερήφανος για το έργο που επιτελέσαμε στο πλαίσιο της Νομισματικής Επιτροπής στην προσπάθειά μας να θέσουμε τις βάσεις για το ενιαίο νόμισμα και τη δημιουργία της ζώνης του ευρώ το 1999. Έκτοτε, ο αριθμός των χωρών-μελών της ζώνης του ευρώ έχει σχεδόν διπλασιαστεί, αποδεικνύοντας ότι το εγχείρημα έχει στεφθεί με επιτυχία. Χαίρομαι επίσης που η αυτή η Επιτροπή είχε συμβάλει στην ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ το 2001. Τα οφέλη από την ένταξη στο ευρώ ήταν σημαντικά: η εξάλειψη του συναλλαγματικού κινδύνου διευκόλυνε τις εμπορικές συναλλαγές, τον τουρισμό και τις επενδύσεις. Ενισχύθηκε η νομισματική αξιοπιστία και επιτεύχθηκε καλύτερη σταθεροποίηση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό. Επιπλέον, η χώρα απέκτησε πρόσβαση σε μια μεγάλη χρηματοπιστωτική αγορά με υψηλό βαθμό ρευστότητας. Συνολικά, η οικονομική και πολιτική ενοποίηση της Ελλάδος με την υπόλοιπη ΕΕ δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για την επίτευξη μακροπρόθεσμης ανάπτυξης και σταθερότητας.
Ωστόσο, σχεδόν μία δεκαετία μετά την ένταξή της, η Ελλάδα αντιμετώπισε σοβαρή κρίση δημόσιου χρέους, η οποία άσκησε επίσης πίεση στο τραπεζικό σύστημα. Η Ελλάδα δεν αξιοποίησε τις ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες – τους ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης και τους χαμηλούς ρυθμούς πληθωρισμού – που συνόδευσαν την ένταξη στη ζώνη του ευρώ προκειμένου να αντιμετωπίσει μακροχρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες. Αντίθετα, οι υπερβολικά επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές και οι αυξήσεις των πραγματικών μισθών με ρυθμούς που υπερέβαιναν κατά πολύ την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, σε συνδυασμό με τις χαλαρές χρηματοπιστωτικές συνθήκες, οδήγησαν σε δίδυμα ελλείμματα: το δημοσιονομικό και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Για την αντιμετώπιση της κρίσης και των διαρθρωτικών αδυναμιών της οικονομίας, η Ελλάδα εφάρμοσε τρία διαδοχικά προγράμματα οικονομικής προσαρμογής από το 2010 έως το 2018.
Αυτή είναι αναμφισβήτητα μια ιστορία που έχει τεκμηριωθεί επαρκώς στις θεμελιώδεις αρχές αυτής της Επιτροπής, καθώς τα μέλη της διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη μακρά περίοδο που ακολούθησε – ορισμένα από αυτά μάλιστα βρίσκονται μαζί μας απόψε, όπως η Χριστίνα Παπακωνσταντίνου και ο Πάνος Τσακλόγλου. Αυτή η Επιτροπή (και υπό τη σύνθεσή της ως Ομάδας Εργασίας του Eurogroup – EWG) επιφορτίστηκε με το έργο της αξιολόγησης, της υποβολής προτάσεων και της προετοιμασίας των αποφάσεων που θα λάμβαναν τελικά οι Υπουργοί Οικονομικών, σε μία συγκυρία όπου τα πάντα διακυβεύονταν: η πιθανή έξοδος μιας χώρας από τη ζώνη του ευρώ θα είχε καταστροφικές συνέπειες για τον πληθωρισμό, το βιοτικό επίπεδο και την πολιτική σταθερότητα της χώρας, αλλά και θα έπληττε σοβαρά την αξιοπιστία της ζώνης του ευρώ.
Ως Υπουργός Οικονομικών από το 2012 ως το 2014, έζησα από πρώτο χέρι το έργο της Επιτροπής, τόσο όσον αφορά τα ίδια τα ελληνικά προγράμματα όσο και τις ευρύτερες προσπάθειες για θωράκιση της ΕΕ κατά της επανεμφάνισης παρόμοιων κρίσεων στο μέλλον. Αξιοσημείωτα αποτελέσματα αυτού του έργου ήταν η Δανειακή Διευκόλυνση για την Ελλάδα, η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και στη συνέχεια του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, η θέσπιση του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, του Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, καθώς και η ενίσχυση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Χάρη σε αυτές τις πρωτοβουλίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα μέλη της κατάφεραν να αντιμετωπίσουν την κρίση, να επανέλθουν σε ρυθμούς ανάπτυξης, να αντιμετωπίσουν πολλές από τις ευπάθειες που αποκαλύφθηκαν εκείνη την περίοδο και, στη συνέχεια, να αντέξουν νέους σοβαρούς κλυδωνισμούς, με χαρακτηριστική την πανδημία COVID-19 και τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία.
Όταν η Ελλάδα ανέλαβε την Προεδρία της ΕΕ το 2014, η χώρα είχε ήδη καταβάλει υψηλό τίμημα λόγω των μέτρων λιτότητας. Ωστόσο, κατάφερε να θέσει τέρμα στις εικασίες για «Grexit», τουλάχιστον για ένα διάστημα. Κατά την άτυπη σύνοδο του Συμβουλίου ECOFIN τον Απρίλιο του 2014 στην Αθήνα, συνεκλήθη η Ευρωομάδα για να αποφασίσει σχετικά με την επιτυχή ολοκλήρωση της τέταρτης αξιολόγησης του δεύτερου προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής για την εκταμίευση 8,3 δισεκ. ευρώ. Στη συνέχεια, κατά την άτυπη σύνοδο του Συμβουλίου ECOFIN, οι υπουργοί Οικονομικών προέβησαν σε απολογισμό της προόδου όσον αφορά τον Κανονισμό για τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης, προκειμένου να προχωρήσουν στη διακυβερνητική συμφωνία για τη μεταφορά των εισφορών στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης. Αυτό αποτέλεσε το επιστέγασμα της δέσμευσης που η Ελλάδα είχε αναλάβει κατά την έναρξη της Προεδρίας να προωθήσει τη βάθυνση της νομισματικής ένωσης και να ολοκληρώσει τις εργασίες για τη δημιουργία της τραπεζικής ένωσης, στις οποίες είχαν επίσης συμβάλει σημαντικά τα μέλη της Επιτροπής.
Μετά την κρίση, η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο σε όλα τα μέτωπα:
- Το πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα ύψους 10,1% του ΑΕΠ το 2009 μετατράπηκε σε πρωτογενές πλεόνασμα άνω του 4% του ΑΕΠ μέχρι το 2018.
- Την ίδια περίοδο το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε κατά περίπου 12 ποσοστιαίες μονάδες.
- Ο τραπεζικός τομέας υπέστη ριζική αναδιάρθρωση, με σταδιακή εξυγίανση των ισολογισμών και με παράλληλη ενίσχυση των κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας και βελτίωση της ρευστότητας.
- Εφαρμόστηκαν σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και εργασίας, στη δημόσια διοίκηση, στη φορολογική διοίκηση και στο συνταξιοδοτικό.
Σε αυτή την εξαιρετικά δύσκολη περίοδο, η Τράπεζα της Ελλάδος διαδραμάτισε καίριο ρόλο στη διαφύλαξη της νομισματικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Σήμερα, η Ελλάδα καταγράφει επί σειρά ετών αναπτυξιακές επιδόσεις που υπερβαίνουν τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, παράλληλα με μείωση της ανεργίας και αύξηση του λόγου των επενδύσεων προς το ΑΕΠ. Οι επιδόσεις αυτές ενισχύθηκαν από τα ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα – τα οποία αντικατοπτρίζονται στη μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ και στα συνεχή πρωτογενή πλεονάσματα – καθώς και τη βελτίωση των θεμελιωδών οικονομικών μεγεθών και τις ισχυρές επιδόσεις των ελληνικών τραπεζών. Ο συνδυασμός αυτών των εξελίξεων επανέφερε την Ελλάδα σε πορεία σύγκλισης προς τα ευρωπαϊκά εισοδήματα και αποκατέστησε την εμπιστοσύνη των επενδυτών, όπως αποδεικνύεται από την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας. Οι προοπτικές παραμένουν θετικές, παρά τους ισχυρούς εξωτερικούς κλυδωνισμούς και την αυξημένη αβεβαιότητα. Αψευδής μάρτυρας αυτής της προόδου είναι η εκλογή του Έλληνα Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκου Πιερρακάκη, στη θέση του Προέδρου της Ευρωομάδας – ποιος θα μπορούσε να το φανταστεί πριν από δέκα χρόνια;!
Ωστόσο, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι όλα αυτά επιτεύχθηκαν με σημαντικό κόστος, σε όρους απώλειας προϊόντος, κοινωνικής συνοχής και ανθρώπινου και υλικού κεφαλαίου μακροπρόθεσμα. Απαιτήθηκαν επίσης πολύ δύσκολες και οδυνηρές αποφάσεις, ορισμένες από τις οποίες ελήφθησαν γύρω από το τραπέζι όπου συνεδριάζετε στις Βρυξέλλες. Εκείνη την εποχή κάναμε λάθη από τα οποία μπορούμε πλέον να διδαχθούμε. Αλλά κάναμε και συνετές επιλογές που συνέβαλαν όχι μόνο στην έξοδο της Ελλάδος – και άλλων χωρών που εντάχθηκαν σε προγράμματα προσαρμογής – από μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση, αλλά και στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ΕΕ και κάθε επιμέρους κράτους-μέλους. Ως εκ τούτου, πιστεύω ότι το μήνυμα που θα διαβιβάσετε ως τεχνοκράτες και θεματοφύλακες του ευρωπαϊκού ιδεώδους προς τους πολιτικούς σας προϊσταμένους είναι ότι, στο σημερινό δύσκολο γεωπολιτικό περιβάλλον, η μελλοντική πορεία απαιτεί την ίδια προσέγγιση που τελικά μας οδήγησε στην έξοδο από την κρίση: χρειαζόμαστε περισσότερη Ευρώπη.
Είναι γεγονός πως η ανάγκη για βάθυνση της ολοκλήρωσης της ΕΕ σε όλους τους τομείς προβάλλει σήμερα ακόμη πιο επιτακτική. Η Ευρώπη χρειάζεται επειγόντως μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν περαιτέρω την ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητά της: μια γνήσια ένωση κεφαλαιαγορών, ένα ευρωπαϊκό ασφαλές περιουσιακό στοιχείο και μια συντονισμένη επενδυτική στρατηγική. Επίσης, εξάλειψη των φραγμών στην κίνηση αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων και μεταρρυθμίσεις για την αύξηση της παραγωγικότητας και του ρυθμού δυνητικής ανάπτυξης.
Για τον λόγο αυτό, δεν πρέπει να υπαναχωρήσουμε στις μεταρρυθμίσεις που αποδείχθηκαν αποτελεσματικές κατά τις προηγούμενες περιόδους αναταραχής. Το εποπτικό και κανονιστικό μας πλαίσιο έχει ενισχύσει σημαντικά την ανθεκτικότητα του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος και δεν θα πρέπει να υπονομευθεί – θα πρέπει όμως να εφαρμόζεται με επαρκή ευελιξία ώστε να αυξηθεί η εποπτική αποτελεσματικότητα. Ταυτόχρονα, πρέπει να επιταχύνουμε τις πρωτοβουλίες που μέχρι στιγμής φανήκαμε απρόθυμοι να υλοποιήσουμε πλήρως – κυρίως την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και τη θέσπιση ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων. Παράλληλα, πρέπει να προχωρήσουμε με ταχείς ρυθμούς στην Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, προκειμένου να προωθήσουμε τη βαθύτερη ολοκλήρωση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, να στηρίξουμε τις διασυνοριακές τραπεζικές, επενδυτικές και ασφαλιστικές υπηρεσίες και, τελικά, να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της Ευρώπης.
Τέλος, θα πρέπει να αξιοποιήσουμε την εμπειρία του NGEU, η οποία απέδειξε ότι η ΕΕ μπορεί να δανειστεί σε συλλογικό επίπεδο μεγάλα ποσά, προσελκύοντας παράλληλα ισχυρή παγκόσμια ζήτηση. Αυτή η ικανότητα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση σαφώς καθορισμένων κοινών ευρωπαϊκών στόχων υψηλής προτεραιότητας, όπως η άμυνα, η πράσινη ενέργεια και οι στρατηγικές επενδύσεις. Επιπλέον, θα συμβάλει στην απορρόφηση της πλεονάζουσας αποταμίευσης, που επί του παρόντος επενδύεται στο εξωτερικό, στηρίζοντας έτσι τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς και ενισχύοντας τον διεθνή ρόλο του ευρώ. Ωστόσο, αυτός ο τελευταίος στόχος – η ενίσχυση του διεθνούς ρόλου του ευρώ – απαιτεί επίσης δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε όλα τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης, ανάπτυξη του ψηφιακού ευρώ και σημαντική επέκταση των ανοικτών συμφωνιών ανταλλαγής νομισμάτων με ευρώ.
Εάν θέλουμε να πλέουμε στις ανοικτές θάλασσες ελεύθερα και με σιγουριά – όπως θα έπρεπε – τότε αυτή είναι η σωστή κατεύθυνση. Δεν υπάρχει βιώσιμη εναλλακτική λύση για την Ευρώπη σήμερα: τα κράτη-μέλη πρέπει να έρθουν πιο κοντά, προκειμένου να δώσουν και πάλι συλλογικές απαντήσεις σε κοινές προκλήσεις. Και δεν μπορώ να σκεφτώ κανέναν ικανότερο να κατανοήσει αυτή την επιτακτική ανάγκη από τις γυναίκες και τους άνδρες που είναι συγκεντρωμένοι απόψε εδώ.
Σας ευχαριστώ και ανυπομονώ να σας συναντήσω εκ νέου στο άτυπο Συμβούλιο ECOFIN της Αθήνας του χρόνου.
*Περισσότερες πληροφορίες
Στις 27 και 28 Απριλίου συνεδρίασε στην Αθήνα η Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή της ΕΕ (Economic and Financial Committee – EFC), η οποία είναι αρμόδια για την προετοιμασία του Συμβουλίου Υπουργών Οικονομικών (ECOFIN). Η συνεδρίαση, η οποία φιλοξενήθηκε από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών από κοινού με την Τράπεζα της Ελλάδος και με τη συμμετοχή υψηλών αξιωματούχων από τα Υπουργεία Οικονομικών και τις Κεντρικές Τράπεζες των κρατών-μελών της ΕΕ, διεξήχθη στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Χαιρετισμό απηύθυνε ο Υπουργός και Πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης. Στο πλαίσιο της διοργάνωσης, η Τράπεζα της Ελλάδος παρέθεσε επίσημο δείπνο με χαιρετισμούς από τον Υφυπουργό Θάνο Πετραλιά και τον Πρόεδρο της EFC Tuomas Saarenheimo και με κεντρικό ομιλητή τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα.
